728x90 AdSpace

Latest Articles

4 Νοε 2015

Ερωτεύτηκα το αφεντικό μου - ilovgr official - 4 Νοε 2015





Η κρυφή ιστορία της Δέσποινας.

Είναι μερικά πράγματα που δεν περιμένεις να σου συμβούν ποτέ.
«Σ εμένα; Χα! Ας γελάσω», μονολογείς φωναχτά κι είσαι απόλυτα σίγουρη πως καμία απ όλες αυτές τις χιλιοειπωμένες ιστορίες αγάπης δε θα βρεθεί ποτέ στο διάβα σου. Μέχρι τη στιγμή που σου συμβαίνει κι αφήνεσαι τόσο εύκολα σε μια διαδρομή που σε παρασύρει μα το τέλος δε σε νοιάζει γιατί το ταξίδι ήταν τόσο, μα τόσο γεμάτο.

Όλα ξεκίνησαν πριν δύο χρόνια όταν έκανα αίτηση για μία θέση εργασίας σε γνωστό δικηγορικό γραφείο. Ζητούσαν μία δικηγόρο μ
 εμπειρία στο εμπορικό δίκαιο κι ήταν σαν η θέση να φωνάζει τ όνομα μου. Έχοντας γνώση ότι μπορώ νανταπεξέλθω, παρουσιάστηκα στη συνέντευξη με μεγάλη αυτοπεποίθηση και κατάφερα να κερδίσω τη θέση.

Οι πρώτες μέρες στο γραφείο κύλησαν ομαλά. Το «μεγάλο αφεντικό», όπως ονόμαζαν τον διευθυντή του γραφείου, δεν το είχα συναντήσει ακόμα. Μεγάλος, βέβαια, μόνο στην θέση καθώς η ηλικία του δεν ξεπερνούσε τα τριανταπέντε. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε μία πολύ σημαντική υπόθεση κι όλο το γραφείο δε σήκωσε κεφάλι από δικογραφίες και νομοθετικά βιβλία σε σημείο που χτυπούσαμε υπερωρίες τρεις και τέσσερις ώρες παραπάνω.


Μ
 άρεσε η δουλειά μου, δεν παραπονιόμουν. Μία τέτοια ημέρα λοιπόν, πτώμα απ την κούραση, με τα ρούχα μου ιδρωμένα και τσαλακωμένα από το τρέξιμο και τα μάτια να έχουν πεταχτεί έξω από το διάβασμα, τον συνάντησα.

Μπήκε σαν απλός επισκέπτης μέσα στο γραφείο. Σαν ένας τυχαίος περαστικός που θα ρωτούσε πού βρίσκεται η τάδε διεύθυνση. Το βήμα του χαλαρό, το βλέμμα του ήρεμο και διαπεραστικό. Την ώρα που σήκωνα έναν δεκάκιλο τόμο με επιβλητικό τίτλο 
«Νομοθετικά στοιχεία Εμπορικού Δικαίου ΙΙ» εμφανίστηκε μπροστά μου και χαμογέλασε.
Έπιασε το βιβλίο που έπεσε απ
 τα χέρια μου τελευταία στιγμή, πριν προσγειωθεί στο πόδι μου και κλάψω τα δαχτυλάκια μου.
«Γεια σου. Ιάκωβος. Το μεγάλο Αφεντικό» και χαμογέλασε. Ήξερα ότι σατύριζε τον τίτλο που του είχαν αποδώσει καθώς δεν απέπνεε με τίποτα ύφος και αέρα αυστηρού αφεντικού.
«Καλησπέρα. Δέσποινα. Η καινούρια».
Και δεν ανταλλάξαμε κουβέντα για τα επόμενα δέκα λεπτά. Απλά κοιταζόμασταν.

Θα ομολογήσω κάτι. Τον Ιάκωβο δεν τον ερωτεύτηκα απ
 την πρώτη στιγμή. Δεν έχασα τη γη κάτω απ τα πόδια μου ούτε είδαν πουλάκια τα μάτια μου όπως συνηθίζεται σε άλλες δακρύβρεχτες ιστορίες. Μάλιστα τις πρώτες στιγμές, μου είχε φανεί και λίγο αδιάφορος.

Τον Ιάκωβο τον ερωτεύτηκα την πρώτη στιγμή που τον είδα αγχωμένο, νευριασμένο κι εκτός εαυτού, στο γραφείο του να προσπαθεί να βγάλει άκρη με μία υπόθεση.
Ερωτεύτηκα τον τρόπο που μιλούσε στο τηλέφωνο με τους πελάτες ενώ ταυτόχρονα έδενε κι έλυνε τη γραβάτα του.
Ερωτεύτηκα το πώς τραβούσε πίσω τα μαλλιά του απ
 το άγχος κι έκλεινε τα μάτια του όταν προσπαθούσε να σκεφτεί τι ν απαντήσει.
Ερωτεύτηκα το απαλό και γεμάτο ευγνωμοσύνη βλέμμα του όταν έκλεινε μία υπόθεση κι έλεγε στον πελάτη του «ευχαριστώ» ξανά και ξανά.

Γιατί στον άνθρωπο που αγάπησες κι έφτασες σε σημείο να τα δώσεις όλα, δεν ερωτεύεσαι λούσα κι αρώματα. Αλλά τις μικρές, απλές και προσωπικές στιγμές που τον κάνουν άνθρωπο. Με τις αδυναμίες του, τα ελαττώματα του, τις ιδιοτροπίες του. Εκεί, ο καθένας είναι γυμνός από προσωπεία και μάσκες, δεν έχει να κρύψει τίποτα κι είναι απλά ο εαυτός του. Και με τον Ιάκωβο είχαμε πολλές τέτοιες στιγμές.

Η σχέση μας έμεινε κρυφή για ευνόητους λόγους. Προσπαθούσαμε να συναντιόμαστε ελάχιστα στη δουλειά, να πηγαίνουμε σε στέκια που δε σύχναζε κανείς απ
 το γραφείο, να κρυβόμαστε σε ξενοδοχεία που δε θα μας έβλεπαν γνωστοί πελάτες. Όσο μπορεί να σ εξιτάρει κάτι τέτοιο στην αρχή, τόσο περισσότερο σε κουράζει με το πέρασμα του χρόνου. 

Γιατί, κάποια στιγμή, θες απλά να συναντήσεις τον αγαπημένο σου στον διάδρομο, να τον αρπάξεις, να τον φιλήσεις και να συνεχίσεις τη δουλειά σου.
Θες να πάτε για καφέ σε γνωστό στέκι, να καθίσετε αγκαλιά και να κάνετε παρέα με όλα τα παιδιά απ
 το γραφείο.
Θέλεις απλά πράγματα. Όπως αυτά που ερωτεύτηκες. Αλλά ήξερα πως δε θα τα έχω ποτέ μαζί του.

Κι έτσι κάποια στιγμή έγινε το μοιραίο λάθος. Μας είδε μία συνάδελφος και μάλιστα η χειρότερη που θα μπορούσε να μας δει. Γίναμε βούκινο την αμέσως επόμενη μέρα. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Ή αυτός θα έμενε ή εγώ. Όπως καταλαβαίνετε, σε τέτοιες περιπτώσεις δεν υπάρχει κάποια Θεία δίκη να μας κάνει άφεση αμαρτιών και να μας δώσει το 
happy ending που υπάρχει στις ταινίες.
Έφυγα πολύ απλά, ένα απόγευμα αφού είχαν σχολάσει όλοι. Μάζεψα τα πράγματα μου, έριξα μία τελευταία ματιά στο γραφείο κι έκλεισα την πόρτα πίσω μου.

Επαφές δεν κράτησα με κανέναν. Όλοι μ
 είχαν αντιπαθήσει άλλωστε. Βλέπετε, «πηδούσα» το αφεντικό μου και προφανώς όλα είχαν γυρίσει υπέρ μου ενώ όλοι οι υπόλοιποι είχαν αδικηθεί.
Δεν με πείραξε. Άλλαξα σπίτι, έκανα ταξίδια. Κάποια στιγμή γύρισα κι αποφάσισα να βρω και πάλι τον επαγγελματικό μου δρόμο. Αποφάσισα ν
 ανοίξω δικό μου γραφείο. Οι μεγάλες αλλαγές θέλουν και μεγάλα βήματα.

Φαντάζεστε, λοιπόν, την έκπληξη μου όταν ένα απόγευμα, σε μία καφετέρια που σύχναζα από πιτσιρίκα, την ώρα που έψαχνα με το κεφάλι χωμένο στην εφημερίδα, ένιωσα ένα απαλό σκούντηγμα στον ώμο. Ήταν εκείνος.
«Γεια σου Δεσποινάκι. Έμαθα ότι θέλεις ν
 ανοίξεις γραφείο. Θες να συνεργαστούμε;»

Ναι λοιπόν. Μερικές φορές οι δακρύβρεχτες ιστορίες με τα κλισεδιάρικα 
happy endings συμβαίνουν και στην πραγματική ζωή. Χωρίς να το περιμένεις. Απλά, αφήνεις τον τροχό της τύχης να γυρίσει κι αφήνεσαι στο αποτέλεσμα.




  • Facebook Comments
Scroll to Top