728x90 AdSpace

Latest Articles

12 Νοε 2015

Στο δρόμο του αργού θανάτου - Δώρα Κουτσογιάννη - 12 Νοε 2015





Γνωρίστηκαν πριν δεκαπέντε χρόνια. Σχολιαρόπαιδα ακόμα. Η Μαίρη στην πρώτη λυκείου κι ο Νίκος τελειόφοιτος. Παρόλο που ήταν σε κοινή παρέα, δεν είχαν ιδιαίτερες επαφές. Μέχρι εκείνο το βράδυ. Η Μαίρη τον βρήκε στο παρκάκι δίπλα στο σπίτι της. Μύριζε αλκοόλ και τρέκλιζε. Τα ρούχα του ήταν βρώμικα και δυο χαρακιές πλαισίωναν το πρόσωπό του.

Έσπευσε να τον βοηθήσει. Δεν ήξερε τι συνέβη κι ούτε και ρώτησε. Τον οδήγησε μέχρι το σπίτι της, του περιποιήθηκε τις πληγές, του έδωσε καθαρά ρούχα και τον έβαλε να ξαπλώσει. Όταν ξύπνησε, αποφάσισε να τον ρωτήσει τι του συνέβη, αλλά εκείνος αρνούταν κατηγορηματικά να της πει.

Ξαφνικά, μπήκε η μητέρα της στο δωμάτιο. Το βλέμμα της τα μαρτυρούσε όλα. Ο Νίκος το κατάλαβε και σηκώθηκε να φύγει. Με κατεβασμένο το κεφάλι. «Και μην ξαναπατήσεις εδώ, αλήτη!» την άκουσε που του φώναξε. Η Μαίρη δεν έβγαλε άχνα, μονάχα σάστισε. Τους κοιτούσε ακίνητη. Δεν καταλάβαινε. Ο Νίκος της έριξε ένα τελευταίο χαμόγελο ευχαρίστησης προτού διαβεί το κατώφλι της εξώπορτας.

Λίγο αργότερα, η μητέρα της, της εξήγησε πως ο Νίκος ήταν μπλεγμένος σε άσχημες παρέες. Δεν ήξερε πολλά, όμως τον είχε δει πολλές φορές στο αστυνομικό τμήμα. Είχε ακούσει πως μαζί με τους φίλους του έκλεβαν μηχανάκια και τα πουλούσαν. Επιπλέον, τον είχε δει κάποιες στιγμές σεκείνο το πάρκο σουρωμένο ή και μαστουρωμένο, δεν ήξερε τι ακριβώς.

Πράγματι, ο Νίκος δεν είχε τη φήμη και του καλύτερου παιδιού. Από μικρός ήταν ταραξίας, γι αυτό και καμία ανάδοχη οικογένεια δεν κατάφερε να τον κρατήσει πάνω από τρεις μήνες. Κατέληξε να μεγαλώνει μόνος του, στα κρύα και σκοτεινά σοκάκια της πόλης. Άλλοτε, αν ήταν τυχερός, κοιμόταν σε κάποιο φιλικό σπίτι. Μεγάλωσε μέσα στην αλητεία, με φυσική συνέπεια να μπλεχτεί σε βαθύτερα κυκλώματα. Μπορεί να ήταν «αλητάκι» όπως τον αποκαλούσαν, αλλά ποτέ δεν πλήγωνε κανέναν.

Τουλάχιστον δεν το είχε κάνει ποτέ, μέχρι πριν δύο μήνες.

Η Μαίρη, παρά τα πικρόχολα λόγια της μητέρας της, άρχισε να ενδιαφέρεται περισσότερο για εκείνον. Τον ερωτεύτηκε. Κατέληξαν να γίνουν ζευγάρι. Μπορεί να μην ήξερε πολλά γι αυτόν, όμως ήθελε να είναι δίπλα του και να τον βοηθήσει. Δε ρώτησε τίποτα για τη ζωή του. Δεν την ένοιαζε. Της αρκούσε το παρόν και το μέλλον που φανταζόταν κοντά του. Δεν ήθελε να του κάνει κανένα κήρυγμα. Ήθελε μονάχα να τον φροντίζει και να τον συμπονά.

Εκείνος ήταν γλυκός και τρυφερός μαζί της, κανένα σημάδι «αλητείας». Τίποτα.
Όλα έβαιναν καλώς, λίγο καιρό μετά αποφάσισαν να μείνουν και μαζί. Και ήταν ολα όμορφα. Μέχρι που έφτασε ο πρώτος τσακωμός. Ο Νίκος έφυγε απτο σπίτι τους, χτυπώντας με δύναμη την πόρτα πίσω του. Εκείνο το βράδυ δε γύρισε. Η Μαίρη ήταν ανήσυχη. Τον είχει καλέσει πάνω από δέκα φορές στο κινητό μα ήταν κλειστό. Κανένας δεν έμαθε πού πέρασε τη νύχτα.

Το επόμενο πρωί, όλα κύλησαν σαν να μη συνέβη τίποτα. Εκείνος πήγε στη δουλειά που του είχε βρει η Μαίρη κι εκείνη έμεινε στο σπίτι να τον περιμένει για να φάνε μαζί.

Η δουλειά του πήγαινε καλά, έβγαζε αρκετά χρήματα μα ποτέ δεν προσέφερε όσα έπρεπε στο σπίτι. Η Μαίρη αναγκάστηκε να πιάσει και δεύτερη δουλειά, για να τα βγάζουν πέρα. Όταν τον ρωτούσε πού ξόδευε τον μισθό του, εκείνος απαντούσε πως κάποια μέρα θα καταλάβει. Έλεγε πως της ετοιμάζει μια έκπληξη. Έτσι κι εκείνη χαλάρωσε, δεν ήθελε να γίνεται καχύποπτη.

Τα ψέματα, όμως, δεν άργησαν ναποκαλυφθούν. Γύρισε στο σπίτι ένα απόγευμα, μετά τη δουλειά. Έψαχνε παντού να βρει λεφτά μα τίποτα. Άνοιξε την κοσμηματοθήκη της Μαίρης κι άρπαξε ό,τι βρήκε. Αναποδογύρισε καναπέδες, άδειασε συρτάρια κι έκανε ένα σπίτι ανάστατο. Έφυγε. Πήρε τη Μαίρη και της είπε πως μάλλον τους λήστεψαν. Τι να της έλεγε, άλλωστε.

Σιγά-σιγά ήρθαν και τα χειρότερα. Άρχισε να της ζητάει λεφτά κι αν εκείνη δεν του έδινε, τη χτυπούσε. Η Μαίρη σταμάτησε να πηγαίνει στη δουλειά. Ντρεπόταν να κυκλοφορήσει έξω, με τα σημάδια του ξυλοδαρμού πάνω της. Κλείστηκε στο σπίτι. Προσπάθησε να τον βοηθήσει με κάθε τρόπο. Του φερόταν γλυκά, παραμερίζοντας τα όσα περνούσε εξαιτίας του. Τον αγαπούσε. Παντρεύτηκαν κρυφά, μια Πέμπτη. Μόνοι μάρτυρες, ο δήμαρχος και δύο υπάλληλοι που υπέγραψαν το πιστοποιητικό. Δεν υπήρχε κάποιος άλλος εξάλλου που να ήταν σύμφωνος με αυτή της την κίνηση.

Η μητέρα της Μαίρης ήταν εκτός ορίων. Φώναζε κι απειλούσε πως θα καταγγείλει τον Νίκο. Η Μαίρη της ξεκαθάρισε, πως αν έκανε κάτι τέτοιο, θα την ξέγραφε μια για πάντα απτη ζωή της. Έψαχνε το καλό μέσα στον άντρα που ερωτεύτηκε. Προσπαθούσε να βγάλει τις καλές πλευρές του εαυτού του στην επιφάνεια. Μάταια. Η κατάσταση είχει πλέον φτάσει στο απροχώρητο.

Η συμπεριφορά του ήταν απαράδεκτη. Η συνέπεια του στη δουλειά, μηδενική. Τον έδιωξαν. Θύμωσε. Ξέσπασε πάνω στη Μαίρη. Δεν ξεχώριζες πια δέρμα πάνω της. Τη λευκή κι αλαβάστρινη επιδερμίδα της είχαν αντικαταστήσει μελανιές, μώλωπες και κοκκινίλες.

Την κλείδωνε στο σπίτι όταν έφευγε. Της έπαιρνε τα λεφτά μέσα απτο πορτοφόλι. Πούλησε ό,τι είχαν και δεν είχαν. Έλειπε απτο σπίτι τις περισσότερες ώρες της ημέρας. Πολλές φορές δε γυρνούσε καν. Χανόταν για μέρες. Έπέστρεφε μονάχα όταν ξέμενε από χρήματα. Άλλοτε, τον έβρισκαν λιπόθυμο στα σκαλοπάτια, έξω απτην είσοδο του σπιτιού.

Εκείνη, τον περίμενε στωικά να γυρίσει. Κάθε φορά του μιλούσε. Του εξηγούσε πως όλα αυτά είναι λάθος. Του έλεγε πως τον αγαπάει και θέλει το καλύτερο γι αυτόν. Εκείνος δεν έπαιρνε από λόγια. Την τελευταία φορά που τον είδε, βρισκόταν σε άθλια κατάσταση. Ήταν ιδρωμένος, με μαλλιά ανάκατα, γεμάτα σκόνη και χώμα. Εξαντλημένος. Τα νύχια του βρώμικα. Τα ρούχα του μισοσκισμένα. Τα χέρια του, γεμάτα τρύπες. Τον έχωσε στο μπάνιο, τον έπλυνε και τον έβαλε να ξεκουραστεί. Δεν πήρε τα μάτια της από πάνω του. Του χάιδευε το γεμάτο τρύπες χέρι του και τον φιλούσε απαλά, για να μην τον πονέσει. Δε σταματούσε να κλαίει. Δεν ήξερε αν πλέον ήταν από αγάπη και συμπόνια ή από λύπηση.

Ο Νίκος ξύπνησε. Της ζήτησε χρήματα. Εκείνη αρνήθηκε. Την έσπρωξε στον τοίχο με όση δύναμη του είχε απομείνει. Έπεσε και χτύπησε το κεφάλι της στη γωνία του κρεβατιού. Ο Νίκος πάλευε μανιωδώς να της βγάλει τη βέρα απτο χέρι. Εκείνη, αντιστεκόταν όσο μπορούσε. Μέσα απτα γοερά κλάμματα της κατάφερε να ψελλίσει μονάχα μια φράση. «Σαγαπάω, σταμάτα να πληγώνεις και τους δυο μας!» κι έμεινε αναίσθητη.

Την επόμενη μέρα, η Μαίρη άνοιξε τα μάτια της στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Την είχε βρει η μητέρα της και την μετέφερε εκεί. Είχε καλέσει την αστυνομία για να βρουν τον Νίκο. Η Μαίρη έγινε έξαλλη. Έβγαλε τους ορούς απτα χέρια της, χαστούκισε τη μητέρα της που τόλμησε να καταγγείλει τον Νίκο κι άρχισε να τρέχει στους διαδρόμους του νοσοκομείου. Την είχε προειδοποιήσει, άλλωστε, να μην το κάνει.

Η αστυνομία βρήκε τον Νίκο δύο μέρες αργότερα. Στο πάρκο. Δίπλα στο πατρικό σπίτι της Μαίρης. Εκεί που ξεκίνησαν όλα. Νεκρό. Παγωμένο. Μια σύριγγα καρφωμένη στο δεξί του χέρι, τα εξηγούσε όλα.

Η Μαίρη δεν έχει καταφέρει να κάνει σχέση από τότε. Πονούσε κάθε μέρα όλο και περισσότερο. Κατηγορούσε τον εαυτό της. Ήξερε πια πως θα πρεπε να είχε κρατήσει άλλη στάση. Έπρεπε να τον έχει ταρακουνήσει. Με το καλό, απότι φάνηκε, δεν κατάφερε τίποτα. Προκάλεσε μονάχα πόνο. Έπρεπε να του τρίξει τα δόντια. Να τον απειλήσει πως αν δεν έκοβε απτα ναρκωτικά, θα την έχανε. Θα μπορούσε να έχει φερθεί τόσο διαφορετικά. Θα μπορούσε να τον είχε σώσει. Αλλά δεν ήταν τόσο δυνατή. Προσπάθησε με την αγάπη της να ταλλάξει όλα, μα σε τέτοιες καταστάσεις δε βοηθάει η αγάπη κι η τρυφερότητα.

Να το θυμάστε. Κι αν γνωρίζετε κάποιον σαν τον Νίκο, μην κάνετε το ίδιο λάθος με τη Μαίρη.



Δώρα Κουτσογιάννη

Αθεράπευτα ρομαντική μέχρι αηδίας, αγαπώ τη μουσική και την επιρροή που έχει στους ανθρώπους. Ανέκαθεν έγραφα στιχάκια σε τοίχους και θρανία γιατί θεωρώ πως έτσι προσδίδουν μια πιο συναισθηματική πινελιά στη ζοφερή καθημερινότητα. Βαριέμαι τους ρεαλιστές κι αγαπώ τους ονειροπόλους. Αιθεροβάμων ίσως θα μπορούσε να είναι το πραγματικό μου όνομα, αφού μονίμως είμαι στο δικό μου ροζ συννεφάκι κι αρνούμαι να ζήσω στη μιζέρια του πραγματικού κόσμου. Πιστεύω ακράδαντα στα παραμύθια κι εύχομαι κάποια μέρα όλοι να έχουν το δικό τους happy end.

Website: iLov.gr

  • Facebook Comments
Scroll to Top