728x90 AdSpace

Latest Articles

3 Δεκ 2015

Το μυαλό δεν προχωράει μακριά από σένα - Unknown - 3 Δεκ 2015


Ο Φίλιππος ζούσε σε ένα λευκό δωμάτιο. Οι φίλοι και οι συγγενείς του τον επισκέπτονταν, αν και λίγο πιο αραιά πλέον, για να δουν τι κάνει. Δεν είχαν άλλωστε πολλά να πουν, εκτός από τα γνωστά λόγια της μάνας του που τόσο απότομα τον «έχασε», ένα «σ’ αγαπάω πολύ», ένα «είμαστε εδώ για σένα, ρε», ένα «ελπίζω να είσαι καλά εκεί που είσαι»


Στο ημερολόγιο του τοίχου έγραφε 19 Οκτωβρίου 2015. Το δωμάτιο ήταν λίγο δροσερό. Εκεί όπου «έμενε» ο Φίλιππος όμως, εκεί όπου είχε ακόμα τη ζωή του, ήταν μία συνηθισμένη, αν και λίγο ασυνήθιστα κρύα μέρα του καλοκαιριού του 2012. Του πιο ευτυχισμένου της ζωής του.

Ήταν ξαπλωμένος στον καναπέ του, είχε σχεδόν αποκοιμηθεί παρακολουθώντας τηλεόραση. Εκείνη είχε το κεφάλι της ακουμπισμένο στο στήθος του, ανασαίνοντας ελαφρά. Ένας γλυκός ύπνος ηρεμούσε τα κανονικά υπερκινητικά μάτια της.

Ο Φίλιππος ξύπνησε, και κοίταξε τριγύρω του. Αισθάνθηκε εκείνο το περίεργο συναίσθημα του «déjà vu» - σαν να το είχε ξαναζήσει κάπου αυτό. Άλλη μία φορά δεν έδωσε σημασία. Ένα ελαφρύ αεράκι, που έμπαινε απ’ το παράθυρο του σαλονιού, μετακίνησε μία παλιά φθαρμένη κόκκινη ονειροπαγίδα με μεταλλικά σωληνάκια, που καμπάνιζαν μελωδικά. Η κοπέλα ξύπνησε και ανασηκώθηκε, κοιτώντας τον με τα μεγάλα καφεπράσινα μάτια της μισόκλειστα. «Καλημέρα», του είπε με νάζι.

Τη φίλησε και σηκώθηκε να φτιάξει καφέ. Σε λίγη ώρα θα έφευγαν για το σπίτι του κολλητού του. Βάζοντας λίγο καφέ φίλτρου σε ένα παλιό φλιτζάνι, παρατήρησε σκούρα σύννεφα στον ουρανό. Δεν έδωσε σημασία.

Γύρισε σε κείνη, και τη σήκωσε για να ετοιμαστεί. Στο δρόμο για την κρεβατοκάμαρα, άρχισε να την πειράζει. Το πείραγμα αυτό κατέληξε με τους δύο τους στο κρεβάτι. Αφού τελείωσαν, εκείνος έκλεισε για λίγο τα μάτια του. Ήταν, μετά από τόσο καιρό, επιτέλους ευτυχισμένος. Κοίταξε ξανά έξω από το παράθυρο, φυσούσε κι άκουγε ήδη την μπόρα να έρχεται.

Είχαν περάσει τρία χρόνια από εκείνη την ημέρα. Τρία χρόνια από το απόγευμα εκείνο που εκείνος βίωνε και ξαναβίωνε, πάντα σαν να ήταν η πρώτη φορά.

Οι γιατροί είχαν προβλέψει απώλεια μνήμης λόγω του τραύματος στον κρόταφο. Το κατακερματισμένο, απ’ το σοκ μυαλό του νεαρού άντρα, είχε διαγράψει το σκηνικό. Σαν τραγική ειρωνεία όμως, είχε (σκόπιμα, ίσως) παραμείνει στάσιμο σε μία ημέρα. Σε μία ασφαλή, ονειρική ίσως στιγμή στο χρόνο.

Είναι περίεργα τα τερτίπια του μυαλού που τραυματίζεται. Ίσως και να ήταν μία ευχή για εκείνον το να «παγιδευτεί» εκεί μέσα, ακριβώς επειδή παγιδεύτηκε μαζί της. Να ξαναφτιάχνει στο μυαλό του την πιο όμορφη, ίσως, ημέρα που είχαν ζήσει μαζί. Να τη βλέπει, να την ακούει, να τη μυρίζει, να την αισθάνεται. Ξανά, και ξανά, και ξανά.
Παραισθήσεις, λένε. 

Δε θα μάθει κανείς που βρίσκεται, αλλά δε θα έχει και ποτέ σημασία. Είναι πιο ευτυχισμένος από ποτέ.

Η έκθεση της αστυνομίας μόλις και μετά βίας περιέγραφε το σκηνικό του ατυχήματος. Ο συνεπιβάτης νεκρός, ο οδηγός βαριά τραυματισμένος. Το μικρό διθέσιο είχε καρφωθεί σε ένα στύλο στην άκρη του δρόμου. Το βρεγμένο απ’ την καλοκαιρινή μπόρα οδόστρωμα έλαμπε απ’ τα φώτα των αυτοκινήτων καθώς ο νεαρός άντρας σερνόταν μέσα απ’ τα συντρίμμια.

Ένα μικροκαμωμένο, ακίνητο σώμα κειτόταν μερικά μέτρα μακριά του. Τα ρούχα της είχαν λερωθεί, τα ξανθά μαλλιά της έκρυβαν το τραυματισμένο της πρόσωπο. Δεν ανέπνεε πια.

Σύρθηκε κοντά της, τραβώντας το αριστερό του πόδι το οποίο είχε χτυπηθεί άσχημα από ένα μικρό κομμάτι λαμαρίνα που είχε ξεκολλήσει απ’ το αμάξωμα. Ζεστό αίμα έτρεχε στο αριστερό του μάγουλο και το λαιμό, από μία μεγάλη πληγή στον κρόταφό του, αλλά δεν αισθανόταν πόνο.

Σοκαρισμένος ακόμα απ’ τη σύγκρουση, την κράτησε κλαίγοντας στην αγκαλιά του για λίγα δευτερόλεπτα πριν λιποθυμήσει απ’ την αιμορραγία. Έπειτα, σιωπή.

«Καλημέρα», άκουσε ο Φίλιππος, άλλη μία φορά. Ήταν ξαπλωμένος στον καναπέ του σαλονιού του, και μία γλυκιά, τραχιά σα γατίσια φωνή τον ξυπνούσε. Το ελαφρύ αεράκι του Σεπτέμβρη τον χτύπησε στο πρόσωπο, καθώς πήγαινε να σηκωθεί απ’ το μικρό μαξιλάρι που είχε φέρει απ’ το ταξίδι τους στην Κωνσταντινούπολη, για να πάει να βάλει καφέ. Το κεφάλι του ήταν λίγο βαρύ, αλλά «μάλλον θα φταίει το χτεσινό ποτό», σκέφτηκε. Τεντώθηκε λίγο.

«Καλημέρα αγάπη μου», της απάντησε τρίβοντας τα μάτια του πριν σηκωθεί.

Η νοσοκόμα που τον παρακολουθούσε δάκρυσε και έκλεισε πίσω της την πόρτα.







  • Facebook Comments
Scroll to Top