728x90 AdSpace

Latest Articles

16 Μαρ 2016

Πάντα θα ανήκεις κάπου αλλού - Unknown - 16 Μαρ 2016


Η κρυφή ιστορία της Εύης Σολιδάκη.

Κι εκεί που πας να ορθοποδήσεις και να βάλεις τη ζωή σου επιτέλους σε μια σειρά, μια κλήση σε επαναφέρει στην αφετηρία προκειμένου να ξανατρέξεις τον αγώνα.

Κάτι τέτοιο συνέβη και με μένα. Πάλι απʾ την αρχή, πάλι τα ίδια, απλώς αυτή τη φορά δεν είχε κλάματα και παρακάλια. Είχε γέλια και ξενύχτια και μουσική, πολλή μουσική.

Πέρασα ένα καλοκαίρι που δε με βοήθησε καθόλου να ξεχάσω τον προηγούμενο χειμώνα. Είχε κάποια καλά, αλλά ως επί το πλείστον με απογοήτευσε. Έκανα προόδους όμως. Είχα τη δική μου δουλειά κι ας κακοπληρωνόμουν, γνώρισα καινούργιους ανθρώπους, τα βρήκα με τον εαυτό μου και το καλύτερο ξεπέρασα εσένα, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. 

Και ήρθαν τα γενέθλιά μου. 1η Αυγούστου. Το φεγγάρι ολοστρόγγυλο, η νύχτα δροσερή, στο παλιό φρούριο να ακούγεται η φωνάρα της Ζουγανέλη: «Αν μπορούσα να ζήσω για δεύτερη φορά, θα διάλεγα ξανά, ξανά εσένα…»,  και κάπως έτσι σχημάτισα τον αριθμό σου στο κινητό μου και σε κάλεσα.
Έτσι απλά, χωρίς να το σκεφτώ.

- Ναι; Ποιος είναι;
- Έλα γλυκάκι, εγώ είμαι.
- Ποια;
- Η Εύη ωρε παιδί.
- Έλα, τι κάνεις;
- Καλά, ξέρεις έχω γενέθλια σήμερα και έλεγα αν ήθελες και δε δουλεύεις να έρθεις να πιούμε ένα ποτό, ή αύριο να κεράσω ένα καφέ.
-Δεν ξέρω, θα δω.
- Οk.
-Γεια.

Εντάξει, ήξερα από πάντα ότι δεν ήσουν του τηλεφώνου, αλλά τώρα με πείραξε ακόμη περισσότερο. Ίσως γιατί περίμενα μεγαλύτερο ενθουσιασμό από μέρους σου, αφού είχαμε να μιλήσουμε τόσο καιρό.

Την επόμενη μέρα δούλευα. Είχα πάει στο μαγαζί τυπικά δύο σαμπανιζέ κρασιά μήπως και έρθει κανείς. Βέβαια είχα την αδερφή μου, αλλά και πάλι κάτι μου έλειπε.

Όλα στο μαγαζί ήταν έτοιμα και περιμέναμε κόσμο. Εγώ χαμογελαστή αλλά μόνο έξω, από μέσα απλώς καλά. Και με ενοχλούσε που ήμουν απλώς καλά. Δεν είχα συμβιβαστεί ποτέ ως τώρα με κάτι λιγότερο από το τέλεια.
Σήμερα ήταν η μέρα μου κι όμως τίποτα δε διέφερε. Εσύ μερικά χιλιόμετρα μακριά κι όμως με έκανες σκατά. Ακόμη προσπαθώ να καταλάβω πώς το κάνεις.

Εκεί που σερβίρω και προσπαθώ να περάσω καλά, ένα χέρι μου χτυπάει τη πλάτη. Γυρίζω αγανακτισμένη κι είσαι εσύ. Έχασα ό,τι είχα και ξαφνικά γέμισα. Ένιωσα τον εαυτό μου να ελαφραίνει. Να χαμογελάει όπως δεν έχει χαμογελάσει ποτέ.

Πέταξα το δίσκο και απλώς πήδηξα πάνω σου για να σε αγκαλιάσω και δε σε χόρταινα. Σε μύριζα και καταλάβαινα πως μου είχες λείψει. Πως ακόμη ήσουν εκεί, και η αλήθεια είναι πως ένα κομμάτι του μυαλού μου πριν το πάρεις κι αυτό, φοβήθηκε.

Μιλήσαμε κι ας σέρβιρα. Δε με ένοιαζε που το αφεντικό μου θα μου έβαζε τις φωνές μετά. Δε με ένοιαζε που παραπονούνταν οι άλλοι πελάτες, δε με ένοιαζε που με έβλεπε ο δικός μου και μετά θα είχα αντίποινα και καβγάδες.
Δε με ένοιαζε τίποτα. Αρκεί που ήσουν εκεί.

Κάθισες, ήπιες λίγο και μέχρι να γυρίσω το κεφάλι μου είχες φύγει πάλι. Αλλά ήμουν καλά. Κάτι μου έλεγε πως θα ξαναέρθεις. Κι έτσι έγινε.

Σε ξαναβρήκα μήνες μετά. Δε σε ξαναενόχλησα. Είχα μάθει ότι είχε έρθει και η κοπέλα σου από την Αθήνα και δεν ήθελα να ενοχλήσω για να μη σας φέρω σε ρήξη.

Εγώ είχα αλλάξει δουλειά, είχα το δικό μου σπίτι, μια άλλη παρέα και γενικά μια άλλη ζωή. Σε είχα δει να περνάς μαζί της, αλλά ούτε το κεφάλι μου δε σήκωνα μην τυχόν και πρόδιδα τα πάντα. Όσο και να το σιχαινόμουν, ταιριάζατε διάολε! Ήσασταν ιδανικό ζευγάρι. Ξέρεις, χαιρόμουν για σένα. Τουλάχιστον ήσουν καλά και ολοκληρωμένος κι αυτό είχε σημασία.

Το Δεκέμβρη έκανες εμφάνιση. Από εκείνες τις μοναδικές που μόνο εσύ ξέρεις να κάνεις. Μπήκες στο μαγαζί, με κοίταξες, μου χαμογέλασες θλιμμένα, μου ανακοίνωσες πως χώρισες κι έφυγες. Ήξερα ότι μόλις σχολάσω θα με περιμένεις στο γνωστό μπαράκι.

Ήσουν λιώμα. Δεν το συζήτησες. Δε συζήτησες τίποτα εκείνο το βράδυ.

Σε έκανα να γελάς όσο μπορούσα κι αυτό ήταν κάτι. Γνώριζα πως ποτέ δε θα είσαι ο ίδιος ξανά. Κάθε βράδυ έκλεινα το μαγαζί κι ερχόμουν να σε βρω εκεί.

Ένα βράδυ λογομαχήσαμε. Δεν ήταν θυμός, τουλάχιστον έτσι νομίζω. Ήταν πίκρα, ήταν θλίψη, ήταν χρόνος και σκέψεις. Είπες πως ο μοναδικός λόγος που σου έλεγα να πας σπίτι γιατί ήσουν κομμάτια, ήταν επειδή δεν ήθελα να σε έχει καμιά άλλη από εμένα. Ειδικά τώρα που ήσουν ελεύθερος.

Ναι! Είχες δίκιο. Καμία δεν ήθελα να σε έχει.

Συμβιβάστηκα για μια ακόμη φορά στο «ή αυτή ή εγώ» κι ας ήξερα πως νικήτρια ήταν αυτή εξ’ αρχής. Αυτή που, χωρίς να την ξέρω, την πολεμούσα χωρίς όπλα, μόνο με τη παρουσία μου. Δε θα μπορούσα να το ξαναπεράσω με κάποια άλλη.

Εκείνο το βράδυ σε έβγαλα ψεύτη. Σιγά μην το παραδεχόμουν. Κόντρα στη κόντρα, όπως πάντα.

Έφυγα! Αρχίσαμε την παρέα πάλι. Όπως παλιά με όλα τα παιδιά και με καινούργια. Σε έκανα να γελάς συνέχεια και το λάτρευα. Γελούσες με τη καρδιά σου.

Ήξερα όμως πως το βράδυ, στο δωμάτιό σου, τη σκέφτεσαι και παρακαλάς να γυρίσει. Ήξερα πως παρακαλάς το Θεό κι ας μη πιστεύεις σε αυτόν. Ήξερα πως παρακαλούσες κάθε υπαρκτή και ανύπαρκτη δύναμη εκεί πάνω να επιστρέψει.  Βασανιζόσουν κι αυτό με πλήγωνε. Γιατί δεν μπορούσα να σε βοηθήσω. Ήσουν μόνος.

Μια νύχτα τρελή, πήγαμε σπίτι και μιλήσαμε όπως δεν έχουμε μιλήσει ποτέ. Έξω απʾ τα δόντια, χωρίς φραγμούς, χωρίς εγωισμούς, χωρίς ντροπές. Έκλαψες, έκλαψα, με αγκάλιασες και με φίλησες.

Μου είπες πως αισθάνεσαι μόνος, πως λατρεύεις τον τρόπο που σε κάνω να γελάς. Σε παρακάλεσα να μείνεις. Να ξυπνήσουμε το πρωί και να είσαι εκεί.
Να μου δώσεις την ευκαιρία να είμαι εγώ αυτή που θα σε ξυπνάει το πρωί και θα σου λέει καλημέρα, να είμαι εγώ που θα σε κάνω να γελάς με το παραμικρό, να είμαι εγώ ο ώμος που θα ακουμπήσεις.

Χαμογέλασες, με φίλησες στο μέτωπο και με παρακάλεσες την επόμενη μέρα να μην έχω γίνει κάποια άλλη. Κοιμηθήκαμε αγκαλιά. Ο ωραιότερος ύπνος της ζωής μου. Κι άλλες φορές είχαμε κοιμηθεί μαζί, αλλά τώρα ήταν αλλιώς. Κόλλησαν όλα μέσα μου. Είχε πολύ καιρό να με φιλήσει κάποιος άνθρωπος έτσι, από καρδιάς.

Το πρωί, τίποτα δεν είχε αλλάξει. Όλα ήταν φωτεινά και υπέρλαμπρα κι ας είχε συννεφιά.  Άλλωστε όλα είναι θέμα οπτικής. Γνώριζα καλά πως τίποτα δεν ήταν το ίδιο, κι όλα θα ήταν όπως πριν.

Έκτοτε δε μιλούσαμε πολύ γι’ αυτό. Τι να πούμε άλλωστε; Τι μπορείς να πεις όταν το δέρμα, τα μάτια και τα χέρια τα έχουν πει όλα; Πού και πού κοιταζόμαστε μέσα στην παρέα και ξέρουμε. Τραγουδάμε μαζί, γελάμε μαζί, σκεφτόμαστε μαζί, αλλά όλα αυτά χώρια.

Ξέρεις ποιο είναι το πιο άσχημο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε έναν ερωτευμένο;

Να θέλει με όλο του το «είναι» κάποιον και να μην τον θέλει αυτός. Γιατί εκεί ούτε μπορείς να τον πιέσεις, ούτε να τον κάνεις να σε ερωτευτεί με το ζόρι.
Αλλά ακόμη κι αν το καταφέρεις, ποτέ δε θα τον έχεις ολοκληρωτικά.

Πάντα θα ανήκει κάπου αλλού!



  • Facebook Comments
Scroll to Top