728x90 AdSpace

Latest Articles

30 Νοε 2016

Ρε μπαγάσα, να περνάς καλά εκεί πάνω - ilovgr official - 30 Νοε 2016



Η κρυφή ιστορία του Γιάννη Μάρκου.

Δύο πράγματα δε θα ξεχάσω ποτέ βλέποντας τις φωτογραφίες σου.
Το μόνιμο χαμόγελο ευτυχίας και ζωντάνιας που είχες όταν βρισκόσουν ανάμεσα σε αγαπημένα πρόσωπα και το μόνιμα γεμάτο ποτήρι με ουίσκυ δίπλα σου.


Το πρώτο, έφτιαξε έναν φάρο ελπίδας για τη ζωή σου, το δεύτερο, σε οδήγησε σε αργά και βασανιστικά βήματα προς το τέλος της πορείας σου.

Τις περισσότερες στιγμές από την παιδική σου ηλικία, μου τις έχουν περιγράψει με αρκετά γλαφυρό τρόπο. Μεγαλωμένος σε πατριαρχική και παραδοσιακή οικογένεια, ποτέ δεν έβρισκες αρκετό χώρο για να ξεδιπλώσεις τα όνειρά σου.
Επαναστάτης, δουλευταράς, μεροκαματιάρης.

Μέχρι που μία τσαχπίνα, μελαχρινή, νησιώτισσα σε ξεμυάλισε κι αφήνοντας πίσω περιουσία, συγγενείς και σπίτι, κίνησες να φτιάξεις τη δική σου οικογένεια.

«Κώστα μείνε εδώ, πας στα τυφλά εκεί και δεν ξέρεις κανέναν» σου έλεγαν οι δικοί σου όταν μάζευες τα λιγοστά υπάρχοντα σου με τ' αεροπορικά στο χέρι.
«Ξέρω εμένα κι αυτό μου αρκεί» τους απαντούσες και τους έκλεινες το μάτι.

Κι όντως, ήξερες τον εαυτό σου και τις δυνάμεις σου. Αλλά και τις αδυναμίες σου.
Γλεντζές, ανοιχτοχέρης, γενναιόδωρος. Η ψυχή της παρέας και ο φίλος που θα κεράσει τον κόσμο ακόμα κι αν δεν έχει μία.

Η ζωή στο νησί σε απογείωσε και σ' έκανε να αισθάνεσαι άρχοντας. Όλοι έχουν να μου λένε για το χαμόγελο ευτυχίας όταν έμαθες ότι θα κάνεις γιο κι έτρεξες να το ανακοινώσεις στον παππού μου.

Η ζωή σου κυλούσε στ' άκρα. Δουλειά από το πρωί ως το βράδυ με μοναδική διέξοδο την αφιλόξενη νύχτα. Και το ποτό. Ένα ποτήρι που γέμιζε κι άδειαζε αδιάκοπα.
Κάπου εκεί ξεκίνησε κι η πρώτη κατρακύλα.

Θυμάμαι τις φωνές και των δυο σας ένα βράδυ Σαββάτου όταν γύρισες σπίτι μεθυσμένος. Η αδερφή μου με κρατούσε αγκαλιά λέγοντας μου να ηρεμήσω όσο εγώ μυξόκλαιγα πάνω της κλείνοντας σφιχτά τα δακρυσμένα μάτια μου.

Ο χωρισμός ήρθε πολύ αναπάντεχα
. Απλά το επόμενο πρωί δε σε βρήκα στην αγαπημένη σου θέση στον καναπέ να πίνεις τον καφέ σου και να διαβάζεις εφημερίδα.

«Ο μπαμπάς θα μείνει για λίγο στο ξενοδοχείο μέχρι να γίνουμε καλύτερα» μου έλεγε όλο αφέλεια κι αθωότητα η μάνα μου. Γρίπη είναι και θα περάσει.

Κι εκεί ξεκίνησε ο πόλεμος. Μόνος εναντίων όλων, προσπάθησες να σταθείς στα πόδια σου σ' ένα μέρος που κάποτε σου άνοιγε πόρτες και μπουκάλια ενώ τώρα έκλεινε ακόμα και τα παράθυρα.

Έφτασες πολλές φορές στο τέλμα, να μην έχεις λεφτά να βγάλεις τον μήνα, να μην έχεις να μου πάρεις ένα δώρο για τα γενέθλια μου.

Κι αυτό σε σκότωνε, σου σπάραζε την καρδιά. Το έβλεπα στα μάτια σου. Και το ποτό έρεε περισσότερο.

Μόνο η μουσική σου σε ταξίδευε. Μακριά από τη μιζέρια και τα προβλήματα. Έπλεκες τα χέρια πίσω απ' το κεφάλι, ακουμπούσες στην πλάτη του καναπέ κι έκλεινες τα μάτια. 

Στίχοι και μουσικές στροβιλίζονταν μέσα στο μυαλό σου κι απλά χανόσουν. Μου έμαθες αυτή τη μαγεία της μουσικής και, πολλές φορές, μοιραζόμουν κι εγώ αυτό το ταξίδι.

Τελικά στάθηκες στα πόδια σου. Γύρισες πίσω Αθήνα, συνάντησες ξανά παλιούς φίλους και συγγενείς. Γέμισες το πατρικό σου με ζωή και ζωντάνια. Ξαναγεννήθηκες. 

Κι εγώ, ενήλικας πια, έβγαινα για μπίρες με τον πατέρα μου σαν φιλαράκια. Ακούγαμε ροκιές και μιλούσαμε για γκόμενες.

Ο χρόνος, όμως, είναι μπάσταρδος.
Σε γεμίζει εικόνες που αναβλύζουν γαλήνη κι ευτυχία. Σε κάνει να ξεχνάς, να ξεχνιέσαι. Και τελευταία στιγμή, σε χτυπάει αλύπητα με κάτι που δεν είχες προβλέψει ποτέ. Και που δεν προλαβαίνεις να κάνεις τίποτα.

O καρκίνος ήρθε σαν ανεμοστρόβιλος να ταράξει την αναγέννησή σου. Αντιμέτωπος μ' έναν θεόρατο τοίχο και χωρίς όπλα, αποφάσισα να το αγνοήσω. Να κάνω ότι δεν υπάρχει. Ότι αυτό συμβαίνει μόνο στους δίπλα κι όχι σε εμένα. Στρουθοκάμηλος με τα όλα του.

Αλλά ο τοίχος υψωνόταν ολοένα και περισσότερο μέχρι που γκρεμίστηκε στα πόδια μου. Και με καταπλάκωσε. 

Θυμάμαι τη μέρα που μπήκες στο νοσοκομείο. Ήταν η ημέρα των γενεθλίων σου. Ακόμα κι εκεί, η γαμημένη η μοίρα σου επιφύλασσε το πιο τραγικό της παιχνίδι. Μπήκες και δεν ξαναβγήκες ποτέ.

Δύο μήνες που η μνήμη μου επέλεξε να σβήσει τα τελευταία χρόνια. Δύο μήνες που το μυαλό μου δε λειτουργούσε κι απλά το σώμα μου κινούταν μηχανικά.
Όλοι ξέραμε την κατάληξη αλλά κανείς δε στο έλεγε. Σιωπηροί συνένοχοι, εμείς και οι γιατροί.

Κι εσύ το είχες καταλάβει. Δεν το έδειχνες, αλλά το είχες καταλάβει.
Κι εκεί, αγέρωχος, ατάραχος, πάλευες μία χαμένη κι άνιση μάχη. Απέναντι στο θεριό, μόνος σου με γυμνές γροθιές κι αβυσσαλέα ψυχή.

Κι έχασες. Αλλά έπεσες με το κεφάλι ψηλά. Και την ψυχή καθαρή.

Δε σ' επισκέπτομαι πια. Δε μου λέει τίποτα ένα μνήμα με κάποιες λέξεις πάνω. Βλέπω τη φωτογραφία σου που είμαι πιτσιρίκι στην αγκαλιά σου να χαμογελάς και μου αρκεί.

Πολλοί λένε ότι τα τελευταία χρόνια εξελίχθηκα απότομα. Ότι άλλαξα αρκετά.

Κι όμως είμαι εδώ. 
Ν' ακούω τη μουσική που μου έμαθες, να πίνω το ποτό που έπινες, να κοιτάω φωτογραφίες που εσύ με τράβηξες. Να κάνω όνειρα που έκανες, να σκέφτομαι αναμνήσεις που έζησες και να μου λείπεις αφόρητα.

Κι ένα πιτσιρίκι 4,5 ετών να με ρωτάει που βρίσκεται ο παππούς του και να του δείχνω τον κόσμο. Τον ουρανό. Τη ζωή την ίδια. Εμένα.

Σ' ευχαριστώ γι αυτό που μ' έκανες.

Ρε μπαγάσα, να περνάς καλά εκεί πάνω.
Και ρίχνε και καμιά ματιά για εμάς εδώ χάμω.


  • Facebook Comments
Scroll to Top