728x90 AdSpace

Latest Articles

31 Μαρ 2017

Η τιμωρία μου είναι να ζω χωρίς εκείνη - Unknown - 31 Μαρ 2017


Η κρυφή ιστορία του Νίκου.

Σάπιο βράδυ Πέμπτης και είχα κανονίσει με την παρέα για ποτό και καφρίλες. Κάτι η άνοιξη, κάτι που βρισκόμασταν σε μπακουροκατάσταση, ήμασταν στη φάση να πάμε, να γίνουμε, και να μαλακιστούμε με ό,τι τυχερό μας κάτσει. Αν κάτσει.

Πιάσαμε μπάρα γωνία, παραγγείλαμε τον πρώτο γύρο, ανιχνεύοντας το πεδίο μπας και κινήσει το μάτι κάτι ενδιαφέρον. Κάπου εκεί στη γύρα, κόλλησα σε δυο κόκκινα παπούτσια.

Εκεί την είδα πρώτη φορά. Ψηλή, κοκκινομάλλα με μαλλί μέχρι τη μέση, φορούσε ένα στενό μαύρο φόρεμα και γελούσε παρέα με την κολλητή της και τον barman.
Φυσικά δεν ήμουν ο μόνος που την ξεχώρισε και πώς άλλωστε, αφού κάμποσα αδιάκριτα βλέμματα την πέρναγαν από ακτινογραφία και ζύγιζαν το timing να πέσουν από δίπλα, συμπεριλαμβανομένου και του κολλητού μου που ήταν έτοιμος να διακτινιστεί αγκαλιά με τρία ποτήρια σφηνάκια.

«Μαλάκα, κάνε πίσω. Αυτή είναι δικιά μου», του είπα και τον έσπρωξα. Πίπες μπλε βέβαια αφού στη ζωή μου ποτέ δεν είχα μπει να κάνω direct προσέγγιση κι είχε πάει το σκατό στην κάλτσα. Δεν ήξερα αν ήταν μόνη, αν ήταν με κάποιον έτσι ώστε να υπολογίσω το μέγεθος της ξεφτίλας.

Ήθελα να τολμήσω χωρίς να φανώ κλασικός μαλάκας, κερνώντας ποτά. Τελικά φέρθηκα πιο μαλακισμένα από ό,τι περίμενα αφού από την πολλή σκέψη είχε περάσει μία ώρα.

Όταν εκείνη πέρασε από δίπλα μου για να πάει τουαλέτα, της έκλεισα τον δρόμο ζητώντας διόδια ή το τηλέφωνό της. Φυσικά πήρα τα αρχίδια μου. Με έσπρωξε και σε δέκα λεπτά την είχε κάνει χωρίς να κοιτάξει πίσω.

Επί δύο εβδομάδες πήγαινα στο ίδιο μαγαζί μπας και την πετύχω αλλά πού! Λες κι είχε ανοίξει η γη και την είχε καταπιεί. Δεν ήξερα πού σύχναζε, πού έμενε, ούτε καν το όνομά της. Έτσι τη βάφτισα στο μυαλό μου «πριγκίπισσα» και έτσι την ανέφερα στις συζητήσεις που πλέον είχα εξελιχθεί σε πολύωρα δουλέματα για την άγνωστη που μου είχε πάρει τα μυαλά.

Ένας μήνας είχε περάσει, όταν εκεί που σκρόλαρα στο Facebook την είδα να μου πετιέται στην αρχική. Και ναι! Της έστειλα. Και με θυμόταν. «Ο διοδάκιας με το πουκάμισο», μου είπε.

Αφού μάτωσα με το ψηστήρι για κανένα πενθήμερο για να πάμε για καφέ, τελικά τα κατάφερα.

Έσκασε απλή και μα τον Θεό ήταν το πιο όμορφο πλάσμα που είχε φτιάξει η φύση. Γλυκιά, ευγενική, άνετη. Την έλεγαν Έρση.

Το ένα ραντεβού έφερνε το άλλο και καταλήξαμε σε σχέση. Αναπόφευκτα. Δε χόρταινα να συζητάω μαζί της μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Η χημεία μεγάλη και η ζήλια μου ακόμη μεγαλύτερη. Δεν ήθελα ούτε ο αέρας να την ακουμπάει. Ναι, εγώ όλα αυτά. Εγώ που μέχρι χτες ήμουν το μεγαλύτερο τσογλάνι και έλεγα πως δε θα πέσω σε καμιάς τα πόδια να παρακαλέσω.

Πέρασα μαζί της έξι αξέχαστους μήνες. Με γέλια, με ζήλιες, με φωνές, με ποτά, με ξενύχτια, με κλάματα δικά της και δάκρυα στα κρυφά δικά μου. Πάντα γυρνούσε πίσω, πάντα γυρνούσα πίσω.

Κι ύστερα μπήκαν τρίτοι στη μέση. Από τη μια οι φίλοι που με είχαν χάσει, από την άλλη η πρώην μου που είχε λυσσάξει και δεν έλεγε να ξεκολλήσει. Και έπειτα όλοι εκείνοι που έψαχναν να βρουν να πουν κάτι για εκείνη μέσω αποκρύψεων στο τηλέφωνο, πως δήθεν δεν ξέρω πού έχω μπλέξει και να φύγω μακριά.

Κι όπως είναι λογικό, με το πες-πες έγινα μαζί της μπίλιες. Την κεράτωσα το ίδιο βράδυ και την ίδια στιγμή το μετάνιωσα. Όταν το κεφάλι μου καθάρισε μετά από δυο μέρες, πήγα να τη βρω. Αλλά ήταν αργά.

Οι καλοθελητές σε αυτή τη ζωή πολλοί, και της είχαν φτάσει τα μαντάτα. Ούρλιαξε, με έβρισε και με πέταξε κακήν κακώς έξω από το σπίτι της.
Έφταιγα και το ήξερα κι ήθελα να διορθώσω τα πράγματα. Ίσως κι αυτή κάπου να ήθελε μέσα της να με συγχωρέσει αλλά η αξιοπρέπειά της να μην την άφησε.

Έκανα προσπάθειες για έναν χρόνο ολόκληρο. Κάπου σε κάποια στιγμή είπαμε να ξαναπροσπαθήσουμε αλλά κατέληξε σε ναυάγιο. Δε με εμπιστευόταν κι αυτό μόνο σε καβγάδες οδηγούσε.

Ύστερα χαθήκαμε. Εκείνη μετακόμισε, σταμάτησε η επικοινωνία μας οριστικά. Όταν έκανε μια νέα σχέση στη ζωή της, τρελάθηκα. Την ξεφτίλισα με τον χειρότερο τρόπο. Ένιωθα προδομένος, δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί πίστευα πως αυτή η γυναίκα μου ανήκε. Πως όλο αυτό ήταν ένα διάλειμμα και πως θα ήμασταν κάποτε ξανά μαζί.

Δεν ξέρω τι ένιωσε για μένα εκείνη τη στιγμή.  Ίσως αηδία, θυμό, κακία. Σου χτυπάει άσχημα, όμως, όταν ξέρεις πως αυτός ο άνθρωπος κάποτε σε αγάπησε τόσο αλλά τελικά σε άφησε πίσω.

Πέντε χρόνια είχα να τη δω από τότε.
Μια μέρα που κατέβηκα από το αυτοκίνητο για να πάρω τσιγάρα, οι δρόμοι μας διασταυρώθηκαν και βρεθήκαμε μούρη με μούρη.
Τη χαιρέτισα και το ίδιο έκανε κι εκείνη. Απλά. Τυπικά. Όπως θα έκαναν δυο άγνωστοι που σκοντάφτουν ο ένας πάνω στον άλλον τυχαία.
Αυτό ήταν όλο. Ύστερα έφυγε.

Δεν ξέρω πότε θα τη δω ξανά.

Μπορεί την επόμενη να έχουμε κι οι δυο μας στις πλάτες μας γάμους, παιδιά, ζωές στρωμένες.
Το μόνο σίγουρο είναι πως δε θα την ξεχάσω ποτέ. Κι ούτε γίνεται εδώ που τα λέμε. Εξαιτίας μου έχασα τον μεγάλο έρωτα της ζωής μου κι επιστροφή δεν έχει.

Θα είμαι σχεδόν ευτυχισμένος, σχεδόν ολόκληρος, σχεδόν εγώ.
Κι αυτή είναι η μεγαλύτερή μου τιμωρία.







  • Facebook Comments
Scroll to Top