728x90 AdSpace

Latest Articles

30 Αυγ 2015

Δε γεμίζουν τις ανασφάλειες τα κορμιά - Unknown - 30 Αυγ 2015


Κοίταξε έξω απʼ το παράθυρο αφηρημένη. Μία στο τόσο θα έβλεπες το κεφάλι της να πέφτει απότομα προς τα πίσω κι εκείνη να γελάει σπασμωδικά για μερικά δευτερόλεπτα. Μετά ξαναγινόταν ανέκφραστη, έφερνε το τσιγάρο στα σκισμένα χείλη της και χανόταν στις σκέψεις.




Το ήξερε πως παρουσίαζε ένα παράξενο θέαμα αλλά δεν την ένοιαζε. Εκείνη τη μέρα, ο κόσμος έσβησε σε μια στιγμή και δεν είχε πια φλόγα να ανάψει τη ψυχή της ξανά.

Όλα έγιναν τόσο γρήγορα. Ο χρόνος ήταν, όντως, ανθρώπινο κατασκεύασμα, ε; Άλλο ένα αγχωμένο γελάκι. Έφυγε. Ήρθε, είδε, κατέκτησε. Γιατί έφυγε; Να πάει πού;
«Πού να βρει κάτι πιο αληθινό από εμάς; », σκέφτηκε.
Έφυγε.

Η Ναταλία γνώρισε τον Αλέξανδρο ένα βράδυ σʼ ένα σταθμό του ηλεκτρικού, καλή ώρα. Περίμεναν δίπλα-δίπλα, μόνοι και οι δύο μέχρι που -εκείνη ή αυτός; δεν ήταν σίγουρη- σκέφτηκαν να ενώσουν τις μοναξιές τους.

-Δεκαεφτά λεπτά ακόμα.
-Δε βαριέσαι.

Φοιτητής ο Αλέξανδρος, όχι απʼ τους φανατικούς, λάτρης συναυλιών και κοινωνικός (πανάθεμά τον, τον κερατά!) μέχρι θανάτου.
Η Ναταλία έπαιρνε το πτυχίο της εντός ημερών κι, ήδη, δίδασκε πιάνο σε δυο-τρία πιτσιρίκια.

-Βγήκες να το γιορτάσεις λοιπόν; ρώτησε εκείνος μ' ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο.
-Ας πούμε ναι.
-Κερνάω μπίρα.
-Μα, σʼ έξι λεπτά φτάνει το τρένο!

«Σʼ έξι λεπτά φτάνει το τρένο», βρήκε να πει, όχι «δε σε ξέρω, παλικάρι μου» ή «έχω να κοιμηθώ δυο μέρες, άστο».
Γιʼ αυτό, μάλλον, κάμφθηκαν γρήγορα οι άμυνες της και τσουπ! Μπιρίτσα η κυρία μʼ έναν άγνωστο πιο γοητευτικό από όποιον και να είχε γνωρίσει.

«Ε, και να πάει πέντε η ώρα!», «τι ωραίο σιντριβάνι», «α, τόσο κοντά είναι το σπίτι σου», «πολύ ενδιαφέρουσα διακόσμηση», λίγες απʼ τις ατάκες που γλίστρησαν απʼ το στόμα της εκείνο το βράδυ.

Την επόμενη, το έσκασε πουρνό-πουρνό κι αφού τα άκουσε απʼ τη μάνα της, κλείστηκε στο δωμάτιό της με την καρδιά να χτυπάει σαν ταμπούρλο.

Δεν κρατήθηκε. Την έκανε την μαλακία.
«Μωράκι, σε παίρνω και δεν το σηκώνεις, λογικά κοιμάσαι. Σε σκέφτομαι. Μου λείπεις. Όνειρα γλυκά», ήταν το μόνο μήνυμα και 4-5 αναπάντητες κλήσεις. Από τον Άρη. Από τον είμαστε-μαζί-εδώ-και-τρία-χρόνια-μωρή-καριόλα, Άρη της.

Εκείνη που πάντα έλεγε πως άμα αγαπάς δεν απατάς, ξεσάλωσε μʼ έναν τύπο που ήξερε με το μικρό του μονάχα και ο Άρης της την σκεφτόταν και του έλειπε.

«Καλημέρα, μωρό μου. Έπεσα ξερή. Συγγνώμη, αν ανησύχησες. Όταν το δεις πάρε με.»
Και κάπως έτσι ξεχάστηκε ο Αλέξανδρος για κάποιες μέρες κι ο Άρης απολάμβανε τα προνόμια του κερατά, με έξτρα αγάπες και καθόλου γκρίνια. «Τι καλά! Πάει, πέρασε» καθησύχασε τον εαυτό της.

Αλλά όχι!  Σε μία βόλτα στα μαγαζιά με τη μεγάλη της αδερφή κάποιος της έπιασε το μπράτσο. Και να σου! Μπροστά της το ένα ογδόντα και φεύγα, ο Αλέξανδρος.

-Χάθηκες!
Λέξη δεν του είπε.

Σκατά, σκατά, σκατά! Γαμώ το κάρμα κι όλες του τις χορεύτριες. Ήταν τόσο ωραίος, γαμώτο, στο φως του ήλιου. Τόσο θελκτικός. Δε χρειάζεται να πούμε πολλά. Κανείς δεν είναι τόσο συγκροτημένος ώστε να μην κάνει ένα λάθος δεύτερη φορά, όταν αυτό το ρημάδι έχει τόσο υπέροχα μάτια. Και τρίτη μη σου πω.

Πέρασε ένας χρόνος χωρίς να το καταλάβει κανείς κι είχε να θυμάται, πια, δυο επετείους. Ο ένας πάντα εκεί ζεστός και τρυφερός κι οικείος και ο άλλος πάντα και παντού με περιπέτεια, αλλοφροσύνη κι ερωτισμό.  Εκείνη βολεμένη, ανάμεσά τους, με τύψεις αλλά χωρίς τη δύναμη να πράξει αλλιώς.

Ο Αλέξανδρος ήξερε, πλέον, για τον Άρη αλλά δεν πτοήθηκε. Έκανε τα πάντα για να την κρατήσει κοντά του. Στο τέλος τα κατάφερε.
Ένα βράδυ η Ναταλία  δεν άντεξε και τα είπε όλα στον Άρη, την αλήθεια απʼ την αρχή της. Την έβρισε, έβαλε τα κλάματα απʼ τα νεύρα. Σήκωσε το χέρι του κι εκείνη, για μια στιγμή, προσευχήθηκε να της το κεράσει στα μούτρα, να πονέσει και αυτή λίγο. Αλλά το κατέβασε. Την κοίταξε μʼ αηδία και της έκλεισε την πόρτα οριστικά.

Η Ναταλία βγήκε χαμένη στους δρόμους. Συνειδητοποίησε πως περπατούσε, όταν βρέθηκε, μούσκεμα απʼ την Αυγουστιάτικη βροχή, έξω απʼ τα σκαλιά του Αλέξανδρου.

Το μόνο που θα την παρηγορούσε ήταν η αγκαλιά του και το ζεστό του σώμα κάτω απʼ το σεντόνι. Ανέβηκε πάνω με τις σκάλες και όταν της άνοιξε, σχεδόν, λιποθύμησε στα χέρια του.

Την έσφιξε πάνω του. Κάτι, όμως, δεν πήγαινε καλά. Είχε μια ψυχρότητα η αγκαλιά του, δεν κούμπωνε με λαχτάρα πάνω της και τα μάτια του δεν έλεγαν να κοιτάξουν το πρόσωπό της. Σαν να έκρυβαν μία αλλαγή που ντρεπόταν να της αποκαλύψει.

-Τι έχεις; ρώτησε η Ναταλία απότομα.
Σιωπή.
- Αλέξανδρε, σε ρωτάω! Τι έγινε;
Το βλέμμα του έπεσε πάνω στο δικό της.
- Δεν αντέχω άλλο. Δεν πάει, δεν γίνεται. Φεύγω, Ναταλία. Τελειώσαμε.

Μέσα σε λίγες προτάσεις ο κόσμος της γκρεμίστηκε. Σταμάτησε νʼ αναπνέει για μερικά δευτερόλεπτα, η όρασή της θόλωσε και τα πνευμόνια ένιωθε να παίρνουν φωτιά κάτω απʼ το δέρμα.

Δε ζήτησε εξηγήσεις, γιατί δεν τις άξιζαν. Το γιατί, εξάλλου, το ήξερε. Γέλασε. Γέλασε μέχρι που ξέσπασε σε κλάματα. Γέλια και δάκρυα ένα μπερδεμένο μείγμα πασαλειμμένο στο πρόσωπό της.  

-Έχεις ένα τσιγάρο; τον ρώτησε αδιάφορα.

Άνοιξε το πακέτο και της ακούμπησε ένα στα χέρια, καθώς την περιεργαζόταν. Σίγουρα δεν ήταν η αντίδραση που είχε προβλέψει.
Oh well, shit happens, που λένε!
Εκείνη το άναψε και, μʼ όση αξιοπρέπεια της είχε απομείνει, έφυγε δίχως να πει καληνύχτα.

-Παρακαλώ σβήστε το τσιγάρο σας.
Η φωνή μιας κοπέλας, λίγο μεγαλύτερής της, την επανέφερε στην πραγματικότητα και στο βαγόνι της πράσινης γραμμής. Τράβηξε μια ακόμα τζούρα και πέταξε το τσιγάρο απʼ το παράθυρο. Η άλλη την κοίταζε σκανδαλισμένη.
-Ευχαριστώ.

Με ποιον ήταν ερωτευμένη, τελικά; Δεν μπορούσε νʼ απαντήσει ούτε η ίδια. Ήξερε μόνο πως το μόνο άτομο που δεν ήθελε να συναναστρέφεται, ήταν, πλέον, ο μοναδικός σύντροφος της. Ο εαυτός της. Ο ανασφαλής, αδύναμος, κενός εαυτός της. Αυτόν έπρεπε να αγαπήσει, αν χτυπούσε ξανά η καρδιά της. Αυτός την έμπλεξε σʼ όλα αυτά, γιατί  δεν είχε τη δύναμη να επιβληθεί, να διεκδικήσει, να πονέσει.

Τον εαυτό της έπρεπε να κατηγορεί, τον εαυτό της έπρεπε να ψάχνει κάτω απʼ τα σεντόνια, όταν δεν είχε πού να πιαστεί. Τη δική της αγκαλιά, τη δική της κατανόηση και παρηγοριά, γαμώτο!

Δεν την είχε ανάγκη κανένας και εκείνη είχε αρκεστεί στο να γεμίζει τον εαυτό της με ξένους. Αρκετά!

Στην επόμενη στάση κατέβηκε. Χλωμή και μόνη. Κατέβηκε ο εαυτός της.





  • Facebook Comments
Scroll to Top