728x90 AdSpace

Latest Articles

14 Απρ 2016

Να με προσέχεις από εκεί ψηλά - Δωράκι - 14 Απρ 2016


Δε θέλω να θυμάμαι την τελευταία φορά που σε είδα. Όχι όπως ήσουν. Όχι, σε καμία περίπτωση. Πέρασαν δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια κι όμως όλα μοιάζουν σαν να ήταν χθες. Η εικόνα σου να πέφτεις μπροστά στα μάτια μου και να σε μεταφέρουν νεκρό δεν μπορεί να διαγραφεί από τη μνήμη μου, όμως θα σε θυμάμαι όπως θέλω, χαμογελαστό.


Θυμάμαι ακόμα την πρώτη μου απόπειρα να τραγουδήσω. Χαζεύαμε μαζί το τότε reality show-σουξέ της εποχής κι ενώ εγώ έβγαζα φάλτσες νότες από τα χείλη μου, εσύ μου μάθαινες πώς να παίρνω σωστές αναπνοές και να ομορφαίνω το τραγούδι μου. Ήμουν πολύ πιτσιρίκι κι όμως έχω την εικόνα στο μυαλό μου άφθαρτη, αναλλοίωτη. Εσένα να κάθεσαι στο τραπέζι του σαλονιού φορώντας το μπεζ κουστούμι σου κι εμένα να σε κοιτάζω γεμάτη θαυμασμό.

Θυμάμαι που έτρωγα πολύ και με μάλωνες κι έλεγες πως όταν μεγαλώσω δε θα γίνω όμορφη άμα δεν προσέχω, και προσπαθούσες με κόλπα και στοιχήματα να με κάνεις να αδυνατίσω. Και πάνω που προσπαθούσα να σου αποδείξω ότι θα μεγαλώσω και θα γίνω όμορφη όπως με έχεις φανταστεί, εσύ πήγαινες και μου αγόραζες καραμέλες με το κιλό. Μπορεί να τις έκρυβες αλλά εγώ πάντα της ξετρύπωνα όπου κι αν τις έβαζες.

Όταν γυρνούσα από το σχολείο, ήσουν πάντα στην πολυθρόνα σου και με περίμενες για να με διαβάσεις στα μαθηματικά που ήμουν σκράπας. Πάλευες να μου εξηγήσεις αλλά ποτέ δεν ήμουν καλή με τους αριθμούς. Αφού τα καταφέρναμε με τα χίλια ζόρια, με πήγαινες βόλτα στις κούνιες να παίξουμε. Άλλοτε καθόμασταν στο σπίτι και χτίζαμε δικούς μας κόσμους με τα τουβλάκια που μου είχες κάνει δώρο. Όπως εκείνη τη φορά που φτιάξαμε την πιο όμορφη φάρμα που υπάρχει και μας τη ζήτησαν να τη χρησιμοποιήσουν για έκθεμα από το σχολείο. Πόσο υπερήφανη ένιωσα.

Πάντα σε θαύμαζα. Ένιωθα πως έχω τον καλύτερο παππού στον κόσμο. Πως όλα τα άλλα παιδιά θα σε ζήλευαν και θα ήθελαν έναν παππού σαν και τον δικό μου. Το έβλεπα στα μάτια τους. Όπως εκείνη τη μέρα που ήρθες στη σχολική γιορτή και έβγαλες λόγο. Όλοι σε κοιτούσαν αποσβολωμένοι κι εγώ ένιωθα το πιο τυχερό πλάσμα στον κόσμο.

Ήσουν πάντα κάτι παραπάνω από παππούς. Δάσκαλος, φίλος, πατέρας. Κρατούσες την οικογένεια σε μία ισορροπία. Όλοι σε λάτρευαν και όλοι σε σέβονταν. Στη γειτονιά άκουγαν τ’ όνομά σου και χαμογελούσαν. Είχες βοηθήσει πολύ κόσμο. Δεν κρατούσες τίποτα για σένα, τα μοίραζες όλα απλόχερα. Αν δεν είχες να φας δε σ’ ένοιαζε, αρκεί να είχε να φάει μια φτωχή οικογένεια. Α, ρε παππού. Πάντα κυμπάρης και άρχοντας.

Δε θυμάμαι πότε αρρώστησες. Γνώριζα πως έχεις πρόβλημα με το αναπνευστικό σου αλλά δεν έδειχνε σοβαρό. Τουλάχιστον όχι στα δεκάχρονα μάτια μου. Θυμάμαι όμως πως μπαινοέβγαινες στο νοσοκομείο κάθε τρεις και λίγο. Εγώ ερχόμουν με τη μαμά και τον μπαμπά και σε έβλεπα να φοράς τη μάσκα του οξυγόνου. Εσύ όμως για να μη με τρομάξεις μου έκανες διάφορα παιχνίδια κι εγώ ξεχνιόμουν κι έφευγα με την ελπίδα πως το επόμενο πρωί θα σε βρω στο κρεβάτι σου παρέα με το ραδιοφωνάκι σου.

Αλήθεια, το ξέρεις ότι δεν μπορώ να κοιμηθώ χωρίς ν’ ακούω μουσική; Μάλλον από σένα το υιοθέτησα άθελά μου, αλλά δεν μπορώ να το αποχωριστώ το ραδιοφωνάκι. Είναι στιγμές που ακούω και γνώριμες μελωδίες, σαν εκείνο το τραγούδι που μου είχες πει να το κρατήσω καλά στο νου μου.

Το πρώτο διάστημα σ’ έβλεπα παντού. Ξύπνησα ένα βράδυ και νόμιζα πως σε είδα να στέκεσαι στην πόρτα και να κοιτάζεις αν είμαστε σκεπασμένοι καλά. Το είχες αυτό το συνήθειο και το έκανες κάθε φορά που πέφταμε για ύπνο κι ίσως να είχα τόσο έντονη την επιθυμία που να σε έφερα πάλι κοντά μου έστω κι έτσι.

Ο μικρός δεν ήξερε κάτι, νόμιζε πως βρίσκεσαι ακόμα στο νοσοκομείο, ήταν πολύ μωρό για να του πούμε την αλήθεια. Αναγκαζόμουν να κρύβομαι. Έπαιρνα τη φωτογραφία σου την έκρυβα κάτω από την μπλούζα μου, την αγκάλιαζα, άκουγα και κάποια λυπημένη μελωδία και ξεσπούσα σε βουβά κλάματα. Κι αν με ρωτούσαν γιατί είμαι δακρυσμένη, έλεγα πως κάπου χτύπησα και πόνεσα.

Κάθε μέρα που περνούσε, η απουσία σου γινόταν όλο και πιο φανερή. Δε με διάβαζες, δεν έβλεπες την πρόοδό μου σε πράγματα και καταστάσεις.
Λένε πως ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός αλλά αηδίες. Εμένα μου λείπεις αφάνταστα, κάθε μέρα και περισσότερο. Δεκατέσσερα χρόνια πέρασαν και συνεχίζω να νιώθω το ίδιο ακριβώς συναίσθημα.

Πού είσαι παππού τώρα που μεγάλωσα να με δεις; Πού είσαι να με καμαρώσεις που έμαθα επιτέλους να παίρνω σωστές αναπνοές όταν τραγουδάω; Πού είσαι να μου φωνάξεις που τρώω πολύ και δε θα είμαι όμορφη;

Πού είσαι να με προστατέψεις με την αγκαλιά σου από τον άσχημο κόσμο;

Σε βλέπω συχνά ξέρεις. Θυμάμαι πριν δύο χρόνια που βρισκόμουν στη δουλειά κι όπως ανέμελη τακτοποιούσα τα ρούχα στη θέση τους ήρθε ένας πελάτης κι όταν γύρισα να τον εξυπηρετήσω, σάστισα. Ήταν ίδιος εσύ. Φορούσε εκείνο το μπεζ κουστούμι, το δικό σου ψάθινο καπέλο, είχε την κορμοστασιά σου και πολλά κοινά χαρακτηριστικά. Τον κοίταξα για λίγα δευτερόλεπτα κι ύστερα έτρεξα κλαίγοντας προς την έξοδο του μαγαζιού. Θα με πέρασαν για τρελή μα δεν άντεξα να τον αντικρίζω.

Είσαι η μεγαλύτερη απώλεια που έχω βιώσει ποτέ και τίποτα δεν μπορεί να το θεραπεύσει αυτό. Κάθε φορά που σε φέρνω στη θύμησή μου δεν μπορώ να σταματήσω τα μάτια μου.

Με πονάει που λείπεις.

Έχουν υπάρξει στιγμές στη ζωή μου που θα ήθελα να ήσουν δίπλα μου. Να σου γνωρίσω τους φίλους μου, να μου πεις αν τους εγκρίνεις. Να σου δείξω τους βαθμούς μου να χαρείς. Να με καμαρώσεις στα καλά μου και να με νουθετήσεις στα στραβοπατήματα.

Αν είχα μια ευχή σ’ αυτόν τον κόσμο, θα ήταν να σε είχα ξανά δίπλα μου. Μα δεν μπορώ. Μπορώ μονάχα να κοιτάζω τ’ αστέρια  και να σου μιλάω. Είμαι σίγουρη πως με ακούς και με τον δικό σου τρόπο ανταποδίδεις.


Να με προσέχεις από εκεί ψηλά και να προσέχεις κι εσύ. Είναι το μόνο που μπορώ πια να ζητήσω.



  • Facebook Comments
Scroll to Top